Δεν θεραπεύουμε την εικόνα του εκκολπώματος.
Το εκκόλπωμα είναι μία σακοειδής προσεκβολή του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης. Μπορεί να παραμένει εντελώς ασυμπτωματικό ή να συνδέεται με ατελή κένωση, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, λίθους, αιματουρία ή πίεση στον ουρητήρα. Η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στο μέγεθος: βασίζεται στη λειτουργία, στις επιπλοκές και στην ακριβή ανατομία.
Συνυπολογίζονται συμπτώματα, κένωση, λοιμώξεις, λίθοι και ουρητήρας.
Πολλά ανεπίπλεκτα εκκολπώματα απλώς παρακολουθούνται.
Ακολουθείται ογκολογική αξιολόγηση, όχι απλή εκκολπωματεκτομή.
Τα εκκολπώματα μπορεί να είναι συγγενή ή επίκτητα. Στους ενήλικες είναι συχνότερα επίκτητα και εμφανίζονται όταν αυξημένη πίεση μέσα στην κύστη ωθεί τον βλεννογόνο ανάμεσα στις μυϊκές δεσμίδες. Επειδή ο σάκος συχνά δεν διαθέτει φυσιολογικό μυϊκό τοίχωμα, μπορεί να αδειάζει ανεπαρκώς και να συγκρατεί ούρα.
Η χρόνια αντίσταση στην έξοδο των ούρων και ορισμένες νευρολογικές διαταραχές μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία του εκκολπώματος.
Ένα τυχαίο εκκόλπωμα χωρίς συμπτώματα, λοιμώξεις, λίθους, απόφραξη ουρητήρα, ύποπτη βλάβη ή σημαντικό υπόλειμμα δεν οδηγεί αυτόματα σε επέμβαση.
Ανεπίπλεκτο και τυχαία ανακαλυφθέν.
Και χαμηλή κλινική επιβάρυνση.
Καμία ύποπτη ενδοκυστική βλάβη, λίθος ή διάταση ανώτερου ουροποιητικού.
Ασφαλής επανέλεγχος αν αλλάξουν τα συμπτώματα.
Λόγω στάσης των ούρων.
Διπλή ούρηση ή αίσθημα ατελούς κένωσης.
Λίθοι μέσα στο εκκόλπωμα ή υποτροπιάζουσα αιματουρία.
Πιεστικά συμπτώματα ή προοδευτική επιβάρυνση της λειτουργίας.
Παλινδρόμηση ή απόφραξη του ουρητήρα.
Ή όγκος μέσα στο εκκόλπωμα.
Εξέταση ούρων και κλινική αξιολόγηση.
Μέτρηση όπου ενδείκνυται.
Δείχνει μέγεθος και υπόλειμμα.
Εξετάζει τον αυχένα και τον βλεννογόνο.
Χαρτογραφεί σύνθετη ανατομία, λίθους και τη σχέση με τους ουρητήρες.
Ουροδυναμικός έλεγχος δεν απαιτείται σε όλους. Χρησιμοποιείται όταν ο μηχανισμός δυσλειτουργίας είναι αβέβαιος και το αποτέλεσμα θα αλλάξει τη θεραπεία.
Η στρατηγική ανεβαίνει σκαλοπάτι-σκαλοπάτι, μόνο όταν το προηγούμενο δεν επαρκεί.
Όταν το εκκόλπωμα είναι ανεπίπλεκτο.
Όταν η υποκείμενη απόφραξη είναι η πραγματική αιτία.
Σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς και κατάλληλη ανατομία.
Όταν υπάρχει μεγάλη, επίμονη ή σύνθετη λειτουργική επιβάρυνση.
Όταν υπάρχει ύποπτη βλάβη.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει ενδοσκοπική διάνοιξη ή εκτομή του αυχένα, συχνά σε συνδυασμό με ελεγχόμενη ηλεκτροπηξία του βλεννογόνου του εκκολπώματος. Στόχος είναι η καλύτερη επικοινωνία και κένωση ή η σταδιακή συρρίκνωση του σάκου.
Η τεχνική δεν είναι λύση για κάθε μεγάλο ή σύνθετο εκκόλπωμα. Η τεκμηρίωσή της προέρχεται κυρίως από επιλεγμένες σειρές ασθενών και δεν αποτελεί καθολικό standard.
Με σημαντική στάση και συμπτώματα.
Που δεν ελέγχονται με απλούστερη στρατηγική.
Παρά τη διόρθωση της πραγματικής αιτίας.
Ή ακαταλληλότητα της ενδοσκοπικής αντιμετώπισης.
Ή άλλη ανατομική επιπλοκή.
Η ρομποτική προσπέλαση επιτρέπει τρισδιάστατη όραση και λεπτή παρασκευή του εκκολπώματος από τους γύρω ιστούς, εκτομή του σάκου και στεγανή αποκατάσταση της κύστης.
Το πλεονέκτημα είναι κυρίως τεχνικό σε βαθιά ή σύνθετη ανατομία. Δεν αποτελεί απόδειξη ότι κάθε εκκόλπωμα χρειάζεται ρομπότ: τα δημοσιευμένα δεδομένα είναι κυρίως μικρές αναδρομικές σειρές και δεν δικαιολογούν ισχυρισμούς καθολικής υπεροχής.
Όταν το ουρητηρικό στόμιο βρίσκεται μέσα ή πολύ κοντά στον αυχένα, ο ουρητήρας πρέπει να αναγνωριστεί και να προστατευθεί.
Επανεμφύτευση ουρητήρα δεν γίνεται ρουτίνα. Προστίθεται μόνο όταν η ανατομία ή η ασφαλής εκτομή το απαιτεί.
Αιματουρία ή ύποπτη βλάβη απαιτεί κυστεοσκόπηση, κατάλληλη απεικόνιση και ιστολογική τεκμηρίωση. Η απουσία ή αραίωση του φυσιολογικού μυϊκού τοιχώματος δυσκολεύει τη σταδιοποίηση και μπορεί να επιτρέπει νωρίτερη επέκταση έξω από το εκκόλπωμα.
Η θεραπεία σχεδιάζεται ογκολογικά και δεν συγχέεται με την απλή καλοήθη εκκολπωματεκτομή.
Μετά από εκκολπωματεκτομή παραμένει προσωρινά καθετήρας ώστε να επουλωθεί η συρραφή της κύστης. Η αφαίρεσή του γίνεται σύμφωνα με τα ενδοεγχειρητικά ευρήματα και, όπου κρίνεται απαραίτητο, μετά από έλεγχο στεγανότητας.
Και έγκαιρη κινητοποίηση.
Και υπολείμματος μετά την αφαίρεση του καθετήρα.
Του παρασκευάσματος όταν αφαιρείται εκκόλπωμα.
Λοιμώξεων, λίθων και λειτουργίας της κύστης.
Η μακροχρόνια επιτυχία εξαρτάται και από τον έλεγχο της αιτίας που οδήγησε στη δημιουργία του εκκολπώματος.
Όχι. Πολλά ανεπίπλεκτα εκκολπώματα παρακολουθούνται χωρίς επέμβαση.
Όχι. Συνυπολογίζονται συμπτώματα, κένωση, λοιμώξεις, λίθοι, ουρητήρας και ύποπτες βλάβες.
Ναι, σε επιλεγμένη ανατομία και ασθενείς. Δεν αντικαθιστά την εκκολπωματεκτομή σε κάθε σύνθετη περίπτωση.
Όταν υπάρχει ουσιαστική ένδειξη αφαίρεσης και η ελάχιστα επεμβατική παρασκευή και ανακατασκευή ταιριάζει στην ανατομία και στον ασθενή.
Όχι. Μόνο όταν το στόμιο ή το τελικό τμήμα του ουρητήρα εμπλέκεται στη ζώνη εκτομής.
Ακολουθείται ξεχωριστή ογκολογική αξιολόγηση και θεραπευτικός σχεδιασμός λόγω της ιδιαίτερης ανατομίας του τοιχώματος.
Η κυστεοσκόπηση, η απεικόνιση και η λειτουργική αξιολόγηση ξεχωρίζουν το τυχαίο εύρημα από το εκκόλπωμα που χρειάζεται στοχευμένη παρέμβαση.