Ένα ασυνήθιστο σύμπτωμα χρειάζεται στοχευμένη διερεύνηση.
Ένα συρίγγιο είναι μία παθολογική επικοινωνία της κύστης με ένα γειτονικό όργανο. Μπορεί να προκαλεί αέρα στα ούρα, επίμονες ουρολοιμώξεις, κοπρανουρία ή συνεχή διαφυγή ούρων από τον κόλπο. Η σωστή θεραπεία ξεκινά από την ακριβή αναγνώριση της αιτίας και της ανατομίας.
Είναι σύμπτωμα που χρειάζεται διερεύνηση.
Ελέγχει τη λοίμωξη, όχι την ανατομική επικοινωνία.
Το στόμιο μπορεί να μη φαίνεται· η CT δείχνει καλύτερα την αιτία.
Η παρουσία αέρα κατά την ούρηση ονομάζεται πνευματουρία. Ο ασθενής μπορεί να περιγράψει φυσαλίδες, έναν χαρακτηριστικό ήχο προς το τέλος της ούρησης ή αίσθηση ότι μαζί με τα ούρα αποβάλλεται αέρας.
Παθολογική επικοινωνία του εντέρου με την κύστη, συχνότερα από το σιγμοειδές.
Καθετηριασμός, κυστεοσκόπηση ή άλλη παρέμβαση στο κατώτερο ουροποιητικό μπορεί να εισαγάγει αέρα.
Σπάνια αλλά δυνητικά σοβαρή λοίμωξη με αέριο στο τοίχωμα της κύστης.
Πνευματουρία μαζί με πυρετό, ρίγος, έντονο πόνο, καταβολή, αδυναμία ούρησης ή επιδείνωση σε ασθενή με σακχαρώδη διαβήτη ή ανοσοκαταστολή χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Παθολογική δίοδος από το έντερο προς την κύστη.
Αέρας που εισήχθη κατά τη διάρκεια επέμβασης ή καθετηριασμού.
Αέριο που παράγεται μέσα στο τοίχωμα της κύστης από λοίμωξη.
Δημιουργείται μία μη φυσιολογική δίοδος μεταξύ του εντέρου και της ουροδόχου κύστης. Συχνότερα αφορά το σιγμοειδές κόλον. Η χαμηλότερη πίεση της κύστης επιτρέπει συνήθως τη δίοδο αέρα και μικροβίων από το έντερο προς το ουροποιητικό.
Αέρας ή φυσαλίδες κατά την ούρηση.
Ή ούρα με πολύ έντονη και ασυνήθιστη οσμή.
Ή πολυμικροβιακές λοιμώξεις που επανέρχονται παρά τη θεραπεία.
Δυσουρία, συχνουρία, αιματουρία, υπερηβικός ή κοιλιακός πόνος.
Του σιγμοειδούς — η συχνότερη αιτία.
Ή άλλη χρόνια φλεγμονή του εντέρου.
Του παχέος εντέρου ή, σπανιότερα, της ουροδόχου κύστης.
Πυελικό χειρουργείο, τραύμα ή ακτινοθεραπεία.
Η αντιβίωση μπορεί να ελέγξει μία λοίμωξη, αλλά δεν αποκαθιστά την παθολογική επικοινωνία. Πρέπει να διερευνηθεί και να αντιμετωπιστεί η υποκείμενη αιτία.
Η διερεύνηση πρέπει να αποδείξει ή να αποκλείσει την επικοινωνία, να χαρτογραφήσει την ανατομία και — κυρίως — να αναγνωρίσει την αιτία. Η εξέταση επιλέγεται ανάλογα με τα συμπτώματα, το ιστορικό και την κλινική εικόνα.
Με προσοχή σε επίμονη ή πολυμικροβιακή λοίμωξη.
Συχνά η βασική εξέταση για αέρα στην κύστη, πάχυνση τοιχωμάτων, γειτνίαση εντέρου και υποκείμενη νόσο.
Για αξιολόγηση του βλεννογόνου, αποκλεισμό ενδοκυστικής παθολογίας και στοχευμένο σχεδιασμό.
Όταν απαιτείται διερεύνηση του παχέος εντέρου και αποκλεισμός κακοήθειας.
Σε επιλεγμένη σύνθετη ανατομία.
Η κυστεοσκόπηση μπορεί να μη δείξει το ίδιο το στόμιο. Ένα αρνητικό ενδοσκοπικό εύρημα δεν αποκλείει από μόνο του συρίγγιο: συχνά παρατηρούνται έμμεσα σημεία όπως εντοπισμένο οίδημα ή φλεγμονή, ενώ η CT αναδεικνύει καλύτερα την εξωκυστική αιτία και τη σχέση με το έντερο.
Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται σύμφωνα με την αιτία, τη γενική κατάσταση και τη βαρύτητα των επιπλοκών. Συνήθως απαιτείται συνεργασία ουρολόγου, γενικού ή κολοορθικού χειρουργού και, όταν χρειάζεται, γαστρεντερολόγου ή ογκολόγου.
Και σταθεροποίηση του ασθενούς.
Πριν από τον οριστικό σχεδιασμό.
Αφαίρεση ή αποκατάσταση του πάσχοντος τμήματος και διακοπή της επικοινωνίας με την κύστη.
Στοχευμένη, όταν υπάρχει πραγματικό έλλειμμα που το απαιτεί.
Μόνο σε επιλεγμένους ασθενείς υψηλού χειρουργικού κινδύνου ή ειδικές κλινικές συνθήκες.
Η ανοικτή, λαπαροσκοπική ή ρομποτική προσπέλαση επιλέγεται με βάση τη φλεγμονή, την αιτία, τις προηγούμενες επεμβάσεις και την εμπειρία της ομάδας.
Στόχος δεν είναι απλώς να κλείσει μία οπή, αλλά να αντιμετωπιστεί με ασφάλεια η νόσος που δημιούργησε το συρίγγιο.
Είναι μία επικοινωνία μεταξύ της ουροδόχου κύστης και του κόλπου. Σε χώρες με οργανωμένη μαιευτική και χειρουργική φροντίδα συχνά είναι ιατρογενές, μετά από γυναικολογικό ή άλλο πυελικό χειρουργείο. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με ακτινοθεραπεία, κακοήθεια, λοίμωξη ή τραύμα.
Συνεχής, ακούσια διαφυγή ούρων από τον κόλπο, ενώ η ασθενής μπορεί παράλληλα να ουρεί φυσιολογικά από την ουρήθρα. Η έναρξη μετά από χειρουργείο μπορεί να είναι άμεση ή να εμφανιστεί ημέρες αργότερα. Μετά από ακτινοθεραπεία, η εκδήλωση μπορεί να καθυστερήσει πολύ περισσότερο.
Γυναικολογική εξέταση, χρωματική δοκιμασία και κυστεοσκόπηση.
Όταν υπάρχει υποψία σύνθετης βλάβης, συμμετοχής ουρητήρα, ακτινικής βλάβης ή κακοήθειας.
Μπορεί να βοηθήσει μόνο σε επιλεγμένα μικρά και πρόσφατα συρίγγια.
Βάσει θέσης, μεγέθους, ποιότητας ιστών, προηγούμενων επεμβάσεων και ακτινοβολίας.
Η κολπική, ανοικτή κοιλιακή, λαπαροσκοπική ή ρομποτική προσπέλαση δεν επιλέγεται από μόνη της. Επιλέγεται η διαδρομή που προσφέρει ασφαλή, χωρίς τάση και καλά αιματούμενη σύγκλειση.
Όχι. Πρόσφατος καθετηριασμός ή ενδοσκόπηση μπορεί να εισαγάγει αέρα. Πρέπει επίσης να αποκλειστεί εμφυσηματώδης κυστίτιδα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με διαβήτη ή σοβαρή λοίμωξη.
Όχι πάντα. Μπορεί να δείξει το στόμιο ή έμμεσα σημεία, αλλά η αξονική συχνά αποτυπώνει καλύτερα τη σχέση της κύστης με το έντερο και την υποκείμενη αιτία.
Η αντιβίωση αντιμετωπίζει τη λοίμωξη, όχι συνήθως την ανατομική επικοινωνία. Η οριστική στρατηγική εξαρτάται από την αιτία και τη χειρουργική καταλληλότητα.
Σε μικρά, πρόσφατα και επιλεγμένα συρίγγια μπορεί να επιχειρηθεί συνεχής παροχέτευση. Τα ώριμα, μεγαλύτερα ή ακτινικά συρίγγια συχνά απαιτούν χειρουργική αποκατάσταση.
Η αξιολόγηση ξεκινά συνήθως από ουρολόγο. Στα κυστεοεντερικά συρίγγια η συνεργασία με κολοορθικό χειρουργό είναι συχνά απαραίτητη, ενώ στα κυστεοκολπικά μπορεί να συμμετέχει εξειδικευμένη γυναικολογική ομάδα.
Αέρας στα ούρα, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις ή συνεχής διαφυγή ούρων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως «άλλη μία ουρολοίμωξη». Η χαρτογράφηση της ανατομίας και της αιτίας καθορίζει την ασφαλή θεραπεία.