Η ποιότητα της αρχικής εκτομής και η σωστή ταξινόμηση κινδύνου καθορίζουν όσα ακολουθούν.
Ο μη μυοδιηθητικός καρκίνος περιλαμβάνει όγκους που δεν έχουν διηθήσει τον μυϊκό χιτώνα της κύστης. Η αντιμετώπιση δεν είναι ίδια για όλους: μετά από πλήρη TURBT, η ιστολογική έκθεση και τα χαρακτηριστικά του όγκου καθορίζουν εάν χρειάζεται παρακολούθηση, ενδοκυστική χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία με BCG ή έγκαιρη συζήτηση για ριζικότερη θεραπεία.
Το T1 και το CIS μπορεί να έχουν υψηλό βιολογικό κίνδυνο, παρότι δεν είναι μυοδιηθητικά.
Χαμηλός, ενδιάμεσος, υψηλός και πολύ υψηλός — με διαφορετική διαδρομή η καθεμία.
Χρησιμοποιείται κυρίως σε ενδιάμεσου και υψηλού κινδύνου νόσο.
Στο NMIBC η νόσος περιορίζεται στο ουροθήλιο ή στον υποκείμενο συνδετικό ιστό και δεν έχει φτάσει στον μυϊκό χιτώνα. Περιλαμβάνει Ta, T1 και carcinoma in situ (CIS).
Θηλώδης όγκος περιορισμένος στο ουροθήλιο.
Διήθηση του υποεπιθηλιακού συνδετικού ιστού, χωρίς μυϊκή διήθηση.
Επίπεδη, υψηλόβαθμη βλάβη με αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης.
Το T1 και το CIS μπορεί να έχουν υψηλό βιολογικό κίνδυνο, παρότι δεν είναι μυοδιηθητικά. Για αυτό αποφεύγουμε τη λέξη «επιφανειακός» χωρίς εξήγηση.
Η διουρηθρική εκτομή όγκου κύστης γίνεται μέσω της ουρήθρας, χωρίς εξωτερική χειρουργική τομή. Στόχος είναι να αφαιρεθούν όλες οι ορατές βλάβες, να χαρτογραφηθούν με ακρίβεια και να ληφθεί κατάλληλο υλικό για ιστολογική διάγνωση. Η ποιότητα της TURBT επηρεάζει τη σταδιοποίηση, την επιλογή συμπληρωματικής θεραπείας και τον κίνδυνο πρώιμης υποτροπής.
Θέση, αριθμός, μέγεθος και μορφολογία.
Όταν είναι τεχνικά και ογκολογικά εφικτή.
Επαρκές δείγμα με μυϊκό χιτώνα, όπου απαιτείται.
Όγκου, βάσης ή διαφορετικών περιοχών, όταν ενδείκνυται.
Και πιθανών επιπλοκών.
Εφόσον είναι διαθέσιμη και κατάλληλη.
Πηγή εικόνας: CystoDS image 01d8fc3f — Stanford / VA Palo Alto. HighGradePapillary, Ta, WLC. Lee TJ et al., Scientific Data 2026. CC BY 4.0. Technical framing only.
Ο βρόχος εκτομής αποτελεί μέρος του άκαμπτου resectoscope. Η κίνηση και η ενεργοποίησή του επιτρέπουν την ελεγχόμενη αφαίρεση ιστού και την αιμόσταση υπό άμεση ενδοσκοπική όραση. Η εικόνα χρησιμοποιείται για αναγνώριση του πραγματικού εργαλείου· δεν επιχειρεί να διδάξει χειρουργική τεχνική στον ασθενή.
Πηγή εικόνας: CystoDS image d86621ce — Stanford / VA Palo Alto. ResectionLoop, WLC. Lee TJ et al., Scientific Data 2026. CC BY 4.0. Technical framing only.
Και πιθανές διαφοροποιήσεις ή υπότυποι.
Low grade ή high grade.
Ta, T1 ή CIS και σαφής αναφορά σε μυϊκή διήθηση, εφόσον υπάρχει.
Παρουσία μυϊκού χιτώνα στο παρασκεύασμα.
Αν ανιχνεύεται carcinoma in situ.
Όταν αναγνωρίζεται.
Grade και stage δεν είναι το ίδιο. Το grade περιγράφει τη βιολογική επιθετικότητα· το stage το βάθος επέκτασης.
Η δεύτερη TURBT δεν είναι επανάληψη «για ασφάλεια» σε όλους. Στόχος της είναι να αποκαλύψει ή να αφαιρέσει υπολειμματική νόσο και να επιβεβαιώσει τη σωστή σταδιοποίηση όταν η πρώτη επέμβαση δεν επαρκεί.
Ή αμφιβολία για την πληρότητά της.
Εκτός από Ta low-grade/G1 και πρωτοπαθές CIS.
Χωρίς εξαίρεση.
Συνήθως μέσα σε 2–6 εβδομάδες, με επανεκτομή της αρχικής θέσης.
Υπολειμματικό T1 στη δεύτερη TURBT αποτελεί δυσμενή προγνωστικό παράγοντα.
Μετά την TURBT, το stage και το grade συνδυάζονται με το μέγεθος, τον αριθμό και την υποτροπή των όγκων, την παρουσία CIS, την ηλικία και άλλα παθολογοανατομικά χαρακτηριστικά. Έτσι ο ασθενής ταξινομείται σε χαμηλό, ενδιάμεσο, υψηλό ή πολύ υψηλό κίνδυνο εξέλιξης.
Συνήθως μονήρης, μικρός, πρωτοπαθής Ta low-grade όγκος χωρίς CIS.
Ετερογενής ομάδα που δεν ανήκει καθαρά στον χαμηλό ή υψηλό κίνδυνο.
High-grade νόσος, T1 ή CIS σε συνδυασμούς που αυξάνουν ουσιαστικά τον κίνδυνο εξέλιξης.
Συσσώρευση δυσμενών χαρακτηριστικών, ειδικοί υπότυποι ή άλλοι παράγοντες που απαιτούν έγκαιρη συζήτηση ριζικής κυστεκτομής.
Ο χάρτης αυτός είναι ενημερωτικός. Η ταξινόμηση κινδύνου γίνεται από την ιατρική ομάδα με βάση το πλήρες χειρουργικό και ιστολογικό αρχείο — δεν προκύπτει από αυτοσυμπλήρωση.
Πλήρης TURBT και, όταν δεν υπάρχει αντένδειξη, μία άμεση ενδοκυστική χορήγηση χημειοθεραπείας. Στη συνέχεια risk-adapted παρακολούθηση.
Ενδοκυστική χημειοθεραπεία έως ένα έτος ή BCG ενός έτους, ανάλογα με τον κίνδυνο υποτροπής και εξέλιξης, τις παρενέργειες και τις προτεραιότητες του ασθενούς.
Πλήρης δόση BCG για 1–3 έτη, με induction και maintenance. Η άμεση κυστεκτομή μπορεί επίσης να συζητηθεί ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και την καταλληλότητα.
Έγκαιρη συζήτηση ριζικής κυστεκτομής. Το BCG 1–3 ετών παραμένει επιλογή σε επιλεγμένους ασθενείς που αρνούνται ή δεν είναι κατάλληλοι για κυστεκτομή.
Σε κατάλληλους ασθενείς χορηγείται μία δόση ενδοκυστικής χημειοθεραπείας μέσα στις πρώτες 24 ώρες μετά την TURBT. Στόχος είναι να μειωθεί η πιθανότητα εμφύτευσης κυττάρων και πρώιμης υποτροπής.
Δεν χορηγείται όταν υπάρχει εμφανής ή ύποπτη διάτρηση της κύστης ή αιμορραγία που απαιτεί συνεχή έκπλυση.
Η άμεση ενστάλαξη δεν είναι κατάλληλη για κάθε TURBT. Προηγείται η ασφάλεια του τοιχώματος της κύστης.
Το BCG είναι ενδοκυστική ανοσοθεραπεία. Χορηγείται μέσω λεπτού καθετήρα και ενεργοποιεί τοπική ανοσολογική απόκριση μέσα στην κύστη. Η διάρκεια προσαρμόζεται στην ομάδα κινδύνου, την ανοχή, τη διαθεσιμότητα και τη θεραπευτική στρατηγική.
6 εβδομαδιαίες ενσταλάξεις.
Κύκλοι 3 εβδομαδιαίων ενσταλάξεων στους 3, 6 και 12 μήνες.
Σε υψηλού κινδύνου νόσο, με επιπλέον κύκλους στους 18, 24, 30 και 36 μήνες.
Συχνουρία, επιτακτικότητα, κάψιμο, μικρή αιματουρία, καταβολή ή χαμηλός πυρετός μπορεί να εμφανιστούν μετά την ενστάλαξη. Η ένταση και η διάρκεια πρέπει να αξιολογούνται από την ομάδα.
Μετά την TURBT.
Αναβάλλεται η ενστάλαξη.
Αναβάλλεται η ενστάλαξη.
Αντιμετωπίζεται πρώτα.
Επίμονος υψηλός πυρετός άνω των 38,5°C για περισσότερο από 48 ώρες ή σημαντική συστηματική καταβολή απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Ο όρος χρησιμοποιείται με συγκεκριμένα κριτήρια για υψηλόβαθμη νόσο που επιμένει ή υποτροπιάζει μετά από επαρκή BCG. Οι ασθενείς αυτοί είναι απίθανο να ωφεληθούν από απλή επανάληψη της ίδιας θεραπείας.
Η ριζική κυστεκτομή αποτελεί την προτιμώμενη ογκολογική επιλογή όταν ο ασθενής είναι κατάλληλος. Όταν δεν είναι υποψήφιος ή την αρνείται, συζητούνται στρατηγικές διατήρησης της κύστης και, ιδανικά, κλινικές μελέτες.
Υποτροπή low-grade κατά ή μετά το BCG δεν χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως BCG failure.
Η πρώτη κυστεοσκόπηση στους τρεις μήνες μετά την TURBT είναι σημαντικός προγνωστικός δείκτης και πραγματοποιείται σε όλους τους ασθενείς με Ta, T1 ή CIS. Στη συνέχεια η συχνότητα και η διάρκεια της παρακολούθησης καθορίζονται από την ομάδα κινδύνου.
Κυστεοσκόπηση στους 3 μήνες. Αν είναι αρνητική, ξανά 9 μήνες αργότερα και στη συνέχεια ετησίως έως 5 έτη.
Στους 3 μήνες. Αν αρνητική, κάθε 6 μήνες για 2 έτη και στη συνέχεια ετησίως έως 10 έτη.
Κυστεοσκόπηση και κυτταρολογία στους 3 μήνες, κάθε 3 μήνες για 2 έτη, κάθε 6 μήνες έως τα 5 έτη και στη συνέχεια ετησίως εφ’ όρου ζωής. Προστίθεται μακροχρόνιος έλεγχος του ανώτερου ουροποιητικού.
Πηγή εικόνας: CystoDS image 25d8afde — Stanford / VA Palo Alto. ResectionScar, WLC. Lee TJ et al., Scientific Data 2026. CC BY 4.0. Technical framing only.
Σε πολλούς μη μυοδιηθητικούς όγκους μπορεί να αφαιρέσει όλη την ορατή νόσο. Η ιστολογία και η ομάδα κινδύνου καθορίζουν εάν χρειάζεται επιπλέον θεραπεία ή δεύτερη TURBT.
Η παρουσία detrusor muscle βοηθά να αξιολογηθεί αξιόπιστα εάν υπάρχει μυϊκή διήθηση. Η σημασία του εξαρτάται από το stage και τα χαρακτηριστικά της βλάβης.
Όχι. Το BCG χρησιμοποιείται κυρίως σε ενδιάμεσου και υψηλού κινδύνου νόσο. Η επιλογή βασίζεται στην πλήρη ταξινόμηση κινδύνου.
Όχι. Είναι ενδοκυστική ανοσοθεραπεία που ενεργοποιεί τοπική ανοσολογική απόκριση.
Επειδή το NMIBC μπορεί να υποτροπιάσει και, σε ορισμένους ασθενείς, να εξελιχθεί. Η παρακολούθηση είναι μέρος της θεραπείας.
Σε πολύ υψηλού κινδύνου ή BCG-unresponsive νόσο, σε επίμονο T1 και σε άλλες επιλεγμένες καταστάσεις όπου η έγκαιρη κυστεκτομή προσφέρει καλύτερο ογκολογικό έλεγχο.
Η αξιολόγηση του χειρουργικού πρακτικού, της ιστολογικής έκθεσης και των απεικονιστικών δεδομένων επιτρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια η ομάδα κινδύνου και το επόμενο βήμα: παρακολούθηση, δεύτερη TURBT, ενδοκυστική θεραπεία ή συζήτηση ριζικότερης αντιμετώπισης.